Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Η ''ΑΣΤΡΟΦΕΓΓΙΑ" ΜΑΣ

Εξώφυλλο εποχής από το περιοδικό ΝΤΟΜΙΝΟ

Της ΠΟΠΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΟΥ*


Μια ακόμη από τις σειρές οι οποίες αξιοποίησαν την ελληνική λογοτεχνία για να αποτυπώσουν τις κοινωνικές διεργασίες μιας Ελλάδας που σπαρταρούσε μεταξύ του τραύματος της Μικρασιατικής Καταστροφής και του αγώνα να εξελιχθεί σε σύγχρονο κράτος, η «Αστροφεγγιά» προβλήθηκε σε 26 επεισόδια το 1980.
Σε σκηνοθεσία των Μιχάλη Μαραγκάκη και Διαγόρα Χρονόπουλου ανάδειξε τηλεοπτικώς δυο νέους τότε ηθοποιούς, τον Αντώνη Καφετζόπουλο και τον Γιώργο Κιμούλη, και είναι μια από τις ελάχιστες, ασπρόμαυρες παραγωγές που διασώθηκαν από εκείνα τα πρώτα χρόνια της ΕΡΤικής σιριαλικής παραγωγής.
Είναι ακόμα η εποχή που η εγχώρια τηλεόραση προσπαθεί να συνθέσει τα κυρίαρχα
συναισθηματικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που έχουν διαμορφώσει στο πέρασμα των χρόνων και των πικρών ιστορικών γεγονότων τα σύγχρονα νεοελληνικά ήθη. Γι' αυτό και η επίμονη προσφυγή στη λογοτεχνία αποδεικνύεται από τις σοφότερες - αν και μάλλον τυχαία και εξ ανάγκης - επιλογές.
Το σενάριο, διασκευή από τον ικανότατο Βαγγέλη Γκούφα, του μυθιστορήματος του πολυγραφότατου και βραβευμένου (κρατικό βραβείο και βραβείο Ακαδημίας) Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, αφηγούνταν την ιστορία μια νεανικής παρέας και για την ακρίβεια δυο φίλων, του προερχόμενου από την επαρχία και από φτωχή οικογένεια Αγγελου Γιαννούση (Αντώνης Καφετζόπουλος) και του πλούσιου συμφοιτητή και φίλου του Νίκου Στεργίου (Γιώργος Κιμούλης).
Αν και πεσιμιστικές οι αντιλήψεις του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου για την Ελλάδα που διαμόρφωσε η Μικρασιατική Καταστροφή, για τα βαθιά τραύματα στη μνήμη και στην κοινωνία που προκάλεσε (οι οποίες τον ενέταξαν στους αισθητιστές Ουράνη, Τέλλο Αγρα, Λαπαθιώτη), η τηλεοπτική «Αστροφεγγιά» επιχείρησε ένα πιο ανάλαφρο και πιο τηλεοπτικό ύφος.
Εδωσε έμφαση στη δροσιά της νεανικής παρέας και έναν τρυφερό ρομαντισμό στους έρωτές της, αλλά μένοντας πιστή στο μυθιστόρημα κατέληγε στην πικρή γεύση της τραγικής ιστορίας και της ματαιότητας του αγώνα για καλύτερη ζωή του «φτωχού Αγγελου».
Η ιστορία αναδεικνύει τις απαρχές των πιο χαρακτηριστικών εθνικών κοινωνικών νοοτροπιών. Είναι εδώ (μέσα από την ιστορία του Αγγελου) ο καημός της φτωχής Ελλάδας για κοινωνική άνοδο μέσω των πανεπιστημιακών σπουδών των παιδιών της. «Ανοδο» που την ταυτίζει με μια θέση στο Δημόσιο και τον μισθό «μήνας μπαίνει - μήνας βγαίνει» (ελπίδα της μητέρας του Αγγελου).
Είναι εδώ και ένα αίσθημα ταπείνωσης και ματαίωσης, το οποίο διαμορφώνει χαρακτήρα περήφανο και απόλυτο, μέσα από τη σύγκριση με τον πλούτο και τις ευκολίες ζωής και καριέρας των παιδιών της αστικής τάξης καθώς οι κοινές σπουδές στην ίδια επιστήμη δημιουργούν μια επιφανειακή ισότητα των νεαρών, με τις βαθιές διαφορές όμως να παραμένουν και να αποδεικνύονται αγεφύρωτες.
Καθώς ο φτωχός Αγγελος ανήκει σε εκείνους που θα σηκώσουν το βάρος του πολέμου, της καταστροφής, θα βρεθεί στην πρώτη γραμμή του μετώπου, θα αρρωστήσει, ενώ πίσω του οι τυχεροί της παρέας θα εξελιχθούν προφυλαγμένοι, αλώβητοι από τις πολεμικές κακουχίες και είναι αυτοί που θα συγκροτήσουν την πολιτική και οικονομική ελίτ της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Φυσικά υπάρχει και ο έρωτας, αδικαίωτος και αυτός για τον Αγγελο, αφού η αγαπημένη του Δάφνη (Νόρα Βαλσάμη) βρίσκεται στο πλευρό του Νίκου.
Στη σειρά έπαιζαν επίσης η Μιμή Ντενίση, ο Σταύρος Ξενίδης, η Ελένη Κούρκουλα (με την κατοπινή, μεγαλειώδη φωσκολική καριέρα) αλλά και ο Γρηγόρης Βαλτινός σε έναν μικρό ρόλο.


*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ της 12ης Σεπτεμβρίου 2012

1 σχόλιο:

  1. ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΗ Η "ΑΣΤΡΟΦΕΓΓΙΑ", ΕΓΧΡΩΜΗ ΗΤΑΝ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή